Thursday, 18 August 2011

Σαν σήμερα


Μια φορά και έναν καιρό σε ένα –όχι και τόσο-γνωστό τοις πάσι ορεινό χωριό που ονομαζόταν Ματονέρι, ζούσε ένας παππούλης. Ο παππούς αυτός ήταν πάντα κεφάτος και γελαστός. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, ούτε και αριθμούς για να πούμε την αλήθεια. Μόνο ήξερε να χορεύει, να τραγουδάει και πού και πού και να ρίχνει χαριτωμένες σφαλιαρίτσες στο πωπουδάκι της κυράς του. Στο επάγγελμα ήταν βοσκός. Μόνο που είχε ένα σοβαρό πρόβλημα. Επειδή το χωριό του ήταν μέσα στα βουνά που το χειμώνα καλύπτονταν απο χιόνι, δεν είχε τίποτα να ταΐσει τα κατσικάκια του και τα προβατάκια του.

Το σκέφτηκε απο εδώ το πρόβλημά του, το ζύγισε απο την άλλη και μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το χειμώνα να πάρει τα ζωάκια του και να κατηφορίσει προς μέρη λιγότερο κρύα, εκεί που θα έβρισκαν τροφή να τρώνε. Και έτσι και έκανε. Κάμωσε ένα πρόχειρο παράπηγμα για τα ζωντανά, έφτιαξε ποτίστρες και ένα πρόχειρο κρεβάτι με τάβλες και άχυρα για στρώμα για τον ίδιο να κοιμάται. Όλη την ημέρα περπατούσε χιλιόμετρα παρέα με τα ζώα, κυνηγώντας λίγη χλόη που είχε ξεχαστεί. Και τις νύχτες... α! αυτές ήταν οι καλύτερες. Καλόστρωνε τα άχυρα, άναβε φωτιά, έπινε λίγο κρασάκι και τραγουδούσε στα ζωντανά του. Σπίτι του, ανέβαινε μόνο τα Σάββατα, να πλυθεί, να φάει ένα σωστό φαγητό και να ρίξει και καμιά καλοπροαίρετη σφαλιαρίτσα στο πωπουδάκι της κυράς του. Την Κυριακή, πήγαινε στη λειτουργιά, έπινε απο κανένα τσιπουράκι στο καφενείο και πάλι κατηφόριζε στα ζωντανά.
Κάθε χρονιά την ίδια ιστορία. Κατηφόριζε του Αγίου Δημητρίου, ανήμερα της γιορτής του και ανηφόριζε μια και καλή του Αγίου Γεωργίου. Και τα χρόνια περνούσαν. Περνούσαν οι χειμώνες και έφευγαν τα καλοκαίρια. Το 1988, ο παππούς ετοιμαζόταν για τον 90ο χειμώνα της ζωής του. Μόνο που... σα να μην μπορούσε να ξεχειμωνιάσει με τα πρόβατα στη στάνη. Σαν τα πόδια να μην ¨πήγαιναν¨ πια τόσο αβίαστα και σαν τα χέρια να μην μπορούσαν να ξεγεννήσουν άλλα ζώα. Ζήτησε απο τα παιδιά του να μείνει στο χωριό εκείνο το χειμώνα. Και έτσι και έγινε. Μόνο που αλλιώς τα λογαριάζουμε και αλλιώς μας έρχονται συνήθως. Λίγους μήνες μετά, ο παππούς έπεσε και χτύπησε. Όχι τίποτα πολύ σοβαρό, ένα ράγισμα στο ισχίο, μόνο που αυτό το μικρό ράγισμα, καθήλωσε τον παππούλη στο κρεβάτι. Τελευταία φορά έφαγε το Πάσχα.
-Ζωή είναι αυτή; Κάτω; Σε ένα κρεβάτι;
-Εμένα δεν θα έρθει να με πάρει. Θα πάω μόνος μου, είπε ο παππούλης.
Έκτοτε, έτρωγε μόνο ένα παξιμάδι τη μέρα. Και λίγο κόκκινο κρασί. Και κάπνιζε. Και περίμενε να ακούσει τα κλαρίνα της Παναγίας. Και τα άκουσε. Στις 18 Αυγούστου στου 1989, ο παππούλης ανηφόρισε για τελευταία φορά. Να βρει τον Άγιο του. Να βουτάνε μαζί απο κανένα παξιμάδι σε λίγο κόκκινο κρασί και να σχολιάζουν εμάς. Που πνιγόμαστε στα ρηχά. Που μεγαλοποιούμε το τίποτα. Που περνάμε τις ζωές μας κυνηγώντας τον κοπανιστό αέρα. Που αρεσκόμεθα στο να γκρινιάζουμε για όλα, αφήνοντας το ¨τώρα¨ να μας προσπερνάει και να το ρουφάει μια για πάντα το άραχνο παρελθόν μας.
Ελπίζω μόνο, ως δισεγγόνα του εν λόγω παππούλη, να κυκλοφορεί στο αίμα μου κάτι απο εκείνον. Η επικούρεια στάση του απέναντι στη ζωή και στο θάνατο. Η αγάπη του για περήφανη ζωή. Η συνειδητοποίηση του ¨τώρα¨; Ή μήπως η ευχή, και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;

Bliss you all
Α.Κ.

No comments:

Post a comment

back to top